Ειδήσεις

Αναζητήστε με μια λέξη το άρθρο που είναι καταχωρημένο.
27/9/2006 | Στάθης Βαλούκος

Στάθης Βαλούκος. Η αποτίμηση του Ελληνικού Διαγωνιστικού Τμήματος

Η αποτίμηση του Ελληνικού Διαγωνιστικού Τμήματος

Ο Στάθης Βαλούκος σχολίασε με το δικό του καυστικό τρόπο το Εθνικό Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ υπογραμμίζοντας τα σεναριακά κενά και τα σκηνοθετικά ατοπήματα των νέων σκηνοθετών.

Στα τέσσερα ελληνικά διαγωνιστικά τμήματα του 29ου Κινηματογραφικού Φεστιβάλ Δράμας προβλήθηκαν συνολικά 50 ταινίες επί των οποίων:

11 στο σπουδαστικό

5 στους Έλληνες του κόσμου

1 στα ντοκιμαντέρ

33 στο διαγωνιστικό

Από τις ως άνω 50 ταινίες:

1 ήταν ντοκιμαντέρ

4 ταινίες εμψύχωσης – τρικέζας

1 ταινία κινούμενων σχεδίων, και

44 μυθοπλασίας

Οι σκηνοθέτες που υπέγραψαν τις ταινίες ήταν στην πλειοψηφία τους νέοι, ενώ από τους 33 σκηνοθέτες του διαγωνιστικού 11 ήταν γυναίκες, ποσοστό διόλου ευκαταφρόνητο.

Διαβάζοντας τα σενάρια των ταινιών παρατηρούμε ότι σε πέντε ταινίες υπογράφει το σενάριο, πρόσωπο διαφορετικό από αυτό του σκηνοθέτη. Σε άλλες τρεις περιπτώσεις ο σκηνοθέτης συνυπογράφει το σενάριο. Οι αριθμοί επιβεβαιώνουν την κυρίαρχη τάση και στην ταινία μικρού μήκους σε ποσοστό 85% (πραγματικά εντυπωσιακό) οι σκηνοθέτες αισθάνονται ικανοί να υπογράψουν και το σενάριο της ταινίας τους. Δεν αναζητούν καν την συνεργασία των συγγραφέων. Αν συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι μόνον πέντε ταινίες διασκεδάζουν ή εμπνέονται από ένα λογοτεχνικό έργο, (βιβλίο ή διήγημα), τότε προκύπτει το αβίαστο συμπέρασμα ότι η ταινία μικρού μήκους αποτελεί αποκλειστικά έκφραση των ικανοτήτων και των δημιουργών της. Αλλά αν περάσουμε αναλυτικά στα τέσσερα διαγωνιστικά προγράμματα:

1) Σπουδαστικό

Οι έντεκα ταινίες του σπουδαστικού διαγωνιστικού διαχωρίζονται θεματικά σε μη αναπαραστατικές ταινίες (εμψύχωση – τρικέζα), 4 κοινωνικές σάτιρες και 3 περιπέτειες.

Όσον αφορά τις μη αναπαραστατικές ταινίες ομολογώ την αδυναμία μου να επικοινωνήσω. Δεν υπήρχε ο στοχασμός και η επεξεργασία υλικού που θα προσέδιδε το ανάλογο ενδιαφέρον σε αυτές τις προσπάθειες, και θα δικαίωνε εκ των αποτελεσμάτων την ενασχόληση των νέων σκηνοθετών με το δυσκολότερο -και αυτό το τονίζω- κινηματογραφικό είδος: τον πειραματικό μη αναπαραστατικό κινηματογράφο. Χαρακτηριστικό των 4 ταινιών κοινωνικής σάτιρας είναι η ανεκδοτολογική αφήγηση. Η κάθε ταινία δομείται και ολοκληρώνετε γύρω από την ιδέα – εύρημα. Το γιο- γιο στο Souvenirs το σπάσιμο της κούπας στην ομότιτλη ταινία, τα εγκλωβισμένα στην τηλεόραση μωρά του Sonyc το λάλημα του βροχοκόκκορα στον Τίτο, προσδίδουν στην τελευταία σκηνή των αντίστοιχων ταινιών ανεκδοτολογικό στίγμα. Στις περιπέτειες απουσιάζει ο δραματουργικά επεξεργασμένος ήρωας, ενώ η αφήγηση βρίσκεται κοντά στην τεχνική του κόμικς και του μελλοντολογικού σκριπτ. Στον δρομέα η ευκολία με την οποία ο ληστής μετατρέπεται σε σωτήρα της κοπέλας κι εμπλέκεται στο τηλεοπτικό παιχνίδι σπρώχνει την ταινία στη φάρσα που ταιριάζει καλύτερα και στο γενικότερο ύφος της ταινίας. Στο «Brainstorm» η αφηγηματική ασάφεια δεν δικαιώνει τους στόχους όπως τους έθεσε ο σκηνοθέτης στο πρόγραμμα παρουσίασης της ταινίας. Οπωσδήποτε φιλόδοξο αλλά με πολλά δάνεια το «Days of Vision» αυτοαναιρεί την κυβερνοπάνκ ιστορία. Δεν υπηρετεί και δεν ανανεώνει την αφήγηση παρά τους κάποιους πειραματισμούς στην εικόνα. Συνολικά οι ταινίες δεν έχουν το επιθυμητό ενδιαφέρον και επίπεδο. Ίσως επειδή είχαν πίσω τους, προφανώς, ελάχιστες ώρες δουλειάς. Κι ακόμα θα περίμενε κανείς ότι οι πρώτες κινηματογραφικές απόπειρες των νέων θα επικεντρωνόταν στα ελάχιστα αναμενόμενα, την παρατήρηση της ζωής στην πόλη και τους πραγματικούς ανθρώπους. Πως θα υπήρχε η νεανική καυστική ματιά κι ένα ενδιαφέρον για τον έρωτα˙ την ερωτική ιστορία˙ τον ερωτικό οίστρο. Παραδόξως απουσιάζουν. Οι ταινίες προσεγγίζουν θεματικές δανεικές από τον αμερικανικό κινηματογράφο: Βίαιες συμπεριφορές, ληστείες, φόνοι, αναίτια επίδειξη αίματος. Νομίζω πως στην αφήγηση μια κόμικς – κουλτούρα είναι ορατή: σχηματικοί ήρωα, βίαιες καταστάσεις, αποκοινωνικοποίηση του θέματος, κορύφωση της ιστορίας και ταύτιση της ιδέας – εύρημα με την τελευταία σκηνή.

2) Οι Έλληνες του κόσμου – Ντοκιμαντέρ

Η εκφραστική ωριμότητα και η ποικιλία θεμάτων αποτελούν τα χαρακτηριστικά των ταινιών του προγράμματος οι «Έλληνες του κόσμου». Ανάμεσα στις 5 ταινίες που απαρτίζουν την ενότητα, μια ανήκει στο χώρο του φανταστικού («Ink Control») μια άλλη κινείται στα όρια του φανταστικού και του underground («Get Lost»), μια είναι ένα μπρούτο κοινωνικού δράματος («Tower Block») και δυο ανήκουν στον χώρο της υπαρξιακής περιπέτειας («Missing Jib» & «Dance of Freedom»).

Στην πλειοψηφία τους τα σενάρια των ταινιών αυτών είναι δραματουργικά επεξεργασμένα και διαθέτουν ανέλιξη, πλοκή και λύση. Είναι επίσης φανερό ότι στην παραγωγή τους έχουν επενδυθεί περισσότερες εργατοώρες, γεγονός που δεν σχετίζεται τόσο με το κόστος της ταινίας όσο με την υπάρχουσα αντίληψη του «’ξεπετάγματος» που δυστυχώς ισχύει στη σπουδαστική ταινία μερικές φορές και όχι μόνο. Η κάθε ταινία είναι απόρροια δημιουργικής βασανιστικής σκέψης και πολύωρης απασχόλησης και όχι ενός γρήγορου ευκαιριακού σεναριακού σκαριφήματος. Επιστρέφοντας στο πρόγραμμα «Έλληνες του κόσμου», θα λέγαμε ότι τρεις ταινίες είναι υψηλού επιπέδου: Στο «Missing Jib» ένας μοναχικός άνθρωπος γεμίζει την πόλη με αφίσες που τον παρουσιάζουν ως αγνοούμενο για να έχει την ευκαιρία της επικοινωνίας. Στο «Ιnk Control» υπάρχουν δύο παράλληλα σύμβαντα που επικοινωνούν μεταξύ τους. Το πρώτο, το ρεαλιστικό, αποτυπώνει τον λιτό κόσμο ενός συγγραφέα. Το δεύτερο, το φανταστικό, το σύμπαν που κινούνται οι ήρωές του. Ο συγγραφέας – μικρός Θεός – γράφει μια ερωτική νουβέλα θέτοντας εμπόδια στην ένωση δύο νέων. Οι ήρωες του όμως συνωμοτούν εναντίον του και αγωνίζονται να συναντηθούν. Ακόμα και τα πλήκτρα της γραφομηχανής αρνούνται να υπακούσουν στη δακτυλογράφηση του συγγραφέα, δένονται κόμπος μεταξύ τους για να εμποδίσουν ένα δυσοίωνο φινάλε. Στο «Tower Block» έχουμε μια ωμή εξιστόρηση της ζωής δυο ανηλίκων: ενός βίαιου εφήβου που έχει ως πρότυπό του τον Εσκομπάρ κι ενός μικρότερου αγοριού, που είναι αδερφός του και ζητιανεύει για χάρη του. Η περιγραφή είναι αδρή, οι χαρακτήρες καλοσχεδιασμένοι, η δραματουργία με ένταση.

Το πρόγραμμα συμπληρώνουν τα σαφώς πιο αδύνατα «Get Lost» με άντεργκρες επιρροές και ιρασιοναλιστική αφήγηση και το γυρισμένο στη Κούβα «Dance of Freedom», μια νύχτα από τη ζωή μιας εκπορνευόμενης κοπέλας στην Αβάνα. Αντίθετα στον κύκλο του ντοκιμαντέρ σημειώνεται μια ένδεια αφού η μοναδική ταινία του προγράμματος ουδεμία σχέση έχει με το είδος παρά τον κατ’ επίφαση χαρακτηρισμό του.

Η απουσία των ντοκιμαντέρ είναι ένα σοβαρό ζήτημα που επιβεβαιώνει ότι η σπουδαστική ταινία δεν επενδύεται κόπος αλλά αντιμετωπίζεται κάπως πρόχειρα. Το ντοκιμαντέρ απαιτεί πολλές ώρες προετοιμασία, συνεντεύξεις, αναζήτηση οπτικού υλικού, και εν γένει σοβαρή κα υπεύθυνη εργασία για την οποία ίσως δεν δείχνουν διατεθειμένοι οι Έλληνες σπουδαστές. Όπως και να ‘ναι το ζήτημα πρέπει να απασχολήσει τους φορείς αλλά και την εκπαιδευτική κοινότητα.

3) Το Ελληνικό Διαγωνιστικό

Στο ελληνικό διαγωνιστικό που αποτελεί και την καρδιά του προγράμματος οι ταινίες μυθοπλασίας υπερέχουν σε αριθμό. Με λίγες εξαιρέσεις την ταινία κινουμένων σχεδίων («Animal Behavior»). Το πειραματικό «Περί των όπλων κρίση», μεταφορά αποσπασμάτων από τον Αίαντα του Σοφοκλή και το θεατρογενές «Απολείπει ο Θεός», οι υπόλοιπες ταινίες αφηγούνται ιστορίες επικεντρωμένες θεματικά σε τέσσερις ενότητες:

α. Τη βίωση και την προσπάθεια υπέρβασης της μοναξιάς (8 ταινίες)

β. Την κρίση στις σχέσεις του ζευγαριού (7 ταινίες)

γ. Το παιδί στο επίκεντρο της οικογενειακής και κοινωνικής βίας (5 ταινίες) και

δ. Τις όψεις της καθημερινότητας στην πόλη (5 ταινίες)

Τέλος, άλλες δυο ταινίες εστιάζουν στη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε έναν συγγραφέα και τους ήρωές του.

Αποτελεί μια ενδιαφέρουσα πρώτη παρατήρηση το γεγονός ότι στο σύνολο τους οι ταινίες αφήνουν μια πικρή γεύση. Τις διαπερνά ένα αίσθημα απαισιοδοξίας που βρίσκεται σε αντίθεση με τη νεανική ηλικία των δημιουργών τους. Ο θάνατος και η αυτοκτονία, χωρίς έστω το ευφρόσυνο χιούμορ των μαύρων σατιρικών αποχρώσεων, συνυπάρχει σε αρκετές ταινίες (7 μέτρησα). Η απαισιοδοξία -καρυώτακικο split- διαποτίζει το πνεύμα των περισσοτέρων. Είναι μάλιστα εξίσου ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι σε 3 από αυτές τις ταινίες η μοναδική ελπίδα φωτός στο σύμπαν των δυστυχούντων ή προβληματισμένων ηρώων προέρχονται από την καλοσύνη των γερόντων. Είναι μια γριά κυρία που συμπαραστέκεται στον απελπισμένο πατέρα («Υγραέριο»). Ο παππούς που βοηθά την εγγονή να κατασταλάξει («Bach και Bouzouki»). Η γριά κυρία που σηκώνει μαχητικά το κεφάλι της στην «Απόσταση».

Μια δεύτερη παρατήρηση είναι η σχέση που καταγράφεται τις ταινίες ανάμεσα στα παιδία και τους γονείς. Πιο χαρακτηριστική είναι η κυπριακή αν δεν απατώμαι ταινία «Το κουκλόσπιτο» της Δανάης Στυλιανού στην οποία το παιδί βιώνει σαν άγγελος την πατρική βία. Δραματουργικά η βία δεν είναι προετοιμασμένη, η οπτική είναι μανιχαϊστική˙ η σκηνή εντούτοις του ξυλοδαρμού προκαλεί ένα ισχυρό σοκ στο θεατή. Δυο άλλες χαρακτηριστικές μυθοπλασίες είναι οι ταινίες της Ιρίνα Μπόικο και του Μπουγίαρ Αλιμάνι. Οι σκηνοθέτες κατάγονται από άλλες χώρες και επομένως η ματιά τους στην ελληνική κοινωνία αποκτά διαφορετική ή εν πάσει περιπτώσει μια άλλη σημασία. Οι ταινίες τους –αμφότερες με τα παιδιά- ένας συνδυασμός κοινωνικού σχολίου και ψυχογραφήματος, περιγράφουν έναν αφιλόξενο κόσμο, μια κοινωνία δύσκολη για την επιβίωση του μετανάστη, που εκ προοιμίου λόγω καταγωγής, έχει λιγότερες επιλογές και υφίσταται περισσότερο την εκμετάλλευση. Η Ουκρανή μητέρα και ο Αλβανός πατέρας αντιδρούν στις ταινίες με διαφορετικό τρόπο. Η απελπισία κυριολεκτικά ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του συντρίβει τον πατέρα του καθυστερημένου αγοριού. Αντίθετα η μαχητικότητα και η θέληση για ζωή κυριαρχούν στην προσωπικότητα της μελαγχολικής εντούτοις μητέρας. Ο πρώτος οδηγείται στο φόνο και την αυτοκτονία. Η δεύτερη -στην έστω για μια ημέρα- υπέρβαση των προβλημάτων της εκδρομής στη θάλασσα. Σε μια άλλη βίαιη ταινία, «Το Τελευταίο βράδυ», ένας έφηβος βιώνει την έννοια του θανάτου μέσα από το εθιμοτυπικό παιχνίδι των κοριτσιών στα Ζαγόρια. Ενδιαφέρον θέμα αλλά χωρίς την συμμετοχή της εικαστικής ευφροσύνης του ηπειρωτικού τοπίου. Ένας έφηβος τέλος προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην έχθρα των γονιών του ενώ δεσμοί υπόγειας τρυφερότητας τον συνδέουν με τη μητέρα του. Στην τελευταία ταινία με παιδιά, τον πρωταγωνιστή τον Ζαφείρη τον υποδύεται ένα μικρό κορίτσι.

Εκτός από την απαισιοδοξία και τη βία ένα τρίτο θεματικό στοιχείο είναι ευδιάκριτο στις μυθοπλασίες: η υπαρξιακή μοναξιά και απελπισία που στοιχειώνει κάποιους ήρωες. Η γυναίκα που μουχλιάζει στο «Pharmacon», το ζευγάρι των παντρεμένων της «Ζαλόρα» που συναντιέται στο ξενοδοχείο, ο μονόλογος του ταξιτζή στο «Που πάμε;», η παράλογη συζήτηση για τα σωληνάκια και την ευθανασία στο «Κίνηση ομαλή», το ζευγάρι που γνωρίζεται στα chatrooms του Internet, ο στρατιώτης που η συνείδηση του επαναστατεί και ορμά ο ίδιος στο ναρκοπέδιο στην ταινία «Νάρκες», οριοθετούν ένα σύμπαν μοναξιάς και υπαρξιακής αγωνίας. Στους χαρακτήρες σε όλες αυτές τις ταινίες όσον αφορά τα κυρίαρχα είδη, σημειώνουμε πρωτίστως την απουσία της καθαρόαιμης κωμωδίας ή έστω της σάτιρας. Το είδος δείχνει να εκλείπει δείγμα κι αυτό της απαισιόδοξης διάθεσης των δημιουργών. Σημειώνουμε ωστόσο τη μοναδική πηγή χαράς κι αισιοδοξίας σε όλο τον κύκλο των ταινιών του φεστιβάλ, την τραγουδιστή φαντασία «Μια ζωή σαν άλλη» που με αφορμή το τραπεζικό διαφημιστικό σλόγκαν για τις καλοκαιρινές διακοπές απογειώνει τους ήρωες της σε ένα χώρο θαυμαστό. Μια πραγματικά χαριτωμένη ματιά. Διεισδυτική στη ματιά της και σχετικά πρωτότυπη στην θεματική της είναι και η ταινία «Μονή σειρά Μαργαριτάρια» του Βασίλη Κεχαγιά με θέμα τη «μαύρη» απεικόνιση μιας κηδείας. Οι πενθούντες ανταλλάσουν επαγγελματικές χειραψίες, φλερτάρουν, επιδεικνύουν την κοινωνική τους ισχύ και το σενάριο καταγράφει μια νεόπλουτη τάξη που κινείται στις παρυφές του μεγαλοαστισμού: Τόνοι αυτοδημιούργητων οικογενειών, αρσενικά παγώνια, εύθραυστες γυναίκες- υποχείρια της ανδρικής εξουσίας. Ένας ειρωνικός λόγος για έναν κόσμο αυταπατώμενων ηρώων.

Στην αντίπερα όχθη, στο «Πρόβα παλτού» του Ηλία Δημητρίου, μια νεαρή ντοκιμαντίστρια ζητά την άδεια από έναν ταπεινό ραφτάκο να τον κινηματογραφήσει στην ώρα της εργασίας του. Ο ραφτάκος με τη σειρά του προσπαθεί να μεταμορφώσει τη μίζερη καθημερινότητά του και παρουσιάζει έναν δήθεν πελάτη κι ένα δήθεν παλτό σε μία πρόβα. Στη σκηνοθεσία της ντοκιμαντίστριας προτάσσει τη δική του σκηνοθεσία σε ένα ενδιαφέρον διπλό παιχνίδι πάνω στο θέαμα και το θεατή.

Αρκετά κοντά στη μαύρη κωμωδία βρίσκεται και η «Αλήθεια» του Γιάννη Σακαρίδη, ταινία που προφανώς εμπνέεται από το σχετικά πρόσφατο γεγονός της αυτοκτονίας ενός στελέχους μιας πολυεθνικής. Εδώ οι φίλοι του νεαρού στελέχους που βρίσκεται πνιγμένος στη θάλασσα, προσπαθούν να διερευνήσουν το γεγονός με φαρσική επιπολαιότητα που οδηγεί και στο δικό τους χαμό. Ως εξαίρεση σημειώνω τις «Νάρκες», μια ταινία που έχει το θάρρος να αντιτάξει μια άλλη άποψη κόντρα στο εθνικό στρατιωτικό ιδεολόγημα. Οι κομεντί αποτελούσαν ανέκαθεν το ευνοούμενο είδος των νέων σκηνοθετών. Στο «Αρχίζει…», αφού προηγουμένως δούμε ένα γκροτέσκο πωλητή σε κατάστημα ηλεκτρικών ειδών στο οποίο όλες οι τηλεοράσεις προσδίδουν ένα εφιαλτικό βάθος πεδίου στα λεγόμενα του για την τηλεοπτική θέση της αλήθειας, το ζευγάρι ναρκώνεται μπροστά στη συσκευή. Θα χρειαστεί ο νεαρός άντρας να πετάξει τη συσκευή από το παράθυρο για να λυθούν τα μάγια και να επεναδιεκδικήσουν τη σχέση τους. Οι καλοκαιρινές διακοπές είναι μια μυθοπλασία πάνω στη ζήλια που σπρώχνει έναν ανώριμο και βίαιο νέο να πηδήξει στη θάλασσα ενώ στη «Φυγή» οι ρόλοι θα αντιστραφούν: Ο νεαρός που σχεδιάζει τη φυγή του ζευγαριού από την επαρχιακή πόλη στην Αθήνα την τελευταία στιγμή θα δειλιάσει. Αντίθετα, το κορίτσι παρά τις αρχικές αντιρρήσεις θα ανέβει στο τρένο της φυγής. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει το «Σπίτι με τις ελιές». Ταινία κατά βάση μελαγχολική με τη φωτεινότητα του Πηλιορίτικου τοπίου. Είναι μια από τις ελάχιστες ταινίες που χρησιμοποιεί εικονικά ευρήματα για την εξέλιξη της δράσης, όπως είναι η εξαφάνιση του άντρα στην εισαγωγική σκηνή αφήνοντάς την γυμνή ανάμεσα στις ελιές. Το δάγκωμα του Σκορπιού που ματώνει τον χωρισμό κι εκτελεί κινηματογράφηση της αβέβαιης ηρωίδας στην τελευταία σκηνή μέσα στο καμένο δάσος… Μια Αντονιοκής υφής, μεταφορά, για τα συναισθηματικά της.

Μια παράλογη σάτιρα που θυμίζει στη σύλληψη της θέατρο του Ιονέσκο θα δούμε στο «Circus of life» .Ένας ηλικιωμένος άντρας εξαφανίζεται με μια σακούλα σκουπιδιών και στη συνέχεια, η κάμαρα του σπιτιού του γεμίζουν από σκουπιδοσακούλες που αυξάνουν από πλάνο σε πλάνο. Στο φόντο της ιστορίας ένας τσιρκολάνος σανσονέ από την ανοιχτή τηλεόραση του σπιτιού συνδέοντας την ποιοτική φαντασία με τη μίζερη πραγματικότητα.

«Bach & Bouzouki» είναι μια ακόμα κομεντί, η αρτιότερη κατασκευαστικά ταινία του Φεστιβάλ. Η ταινία της Αγγέλας Μυλωνάκη διαθέτει ένα κλασικό στην ανάπτυξη του σεναρίου με πολλαπλές συγκρούσεις. Η πρωταγωνίστρια προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο πατρίδες και δύο μουσικές κουλτούρες και ταυτόχρονα ανάμεσα στην αγάπη της για τους γονείς και την προσωπική της κλίση, αλλά και ανάμεσα σε δύο άντρες: έναν περιπλανώμενο μουσικό των δρόμων που παίζει Μπάχ κι έναν Έλληνα μπουζουκτσή. Το φινάλε είναι συμβιβαστικό. Κρατά τις ισορροπίες ανάμεσα σε όλα. Δεν δυσαρεστεί κανένα. Η τελική σκηνή είναι χαρακτηριστική του πνεύματος της ταινίας και ίσως λίγο κομφοριστική. Η ηρωίδα πατούσε στη λογική, η επανάσταση δεν έγινε. Ολοκληρώνοντας τη σύντομη περιπλάνηση στις ταινίες του διαγωνιστικού συνοψίζουμε τα γενικότερα συμπεράσματα:

Η απαισιοδοξία και ο θάνατος, είναι το κυρίαρχο συναίσθημα που αποπνέουν οι ταινίες.

Η σκηνοθετική ματιά είναι συντηρητική. Δεν υπάρχουν στις ταινίες μορφικές αναζητήσεις, οπτικά αφηγηματικά ευρήματα.

Η σκηνοπλασία (όλη η τοποθέτηση των ηθοποιών στο χώρο) δεν εκπλήσσει με ευφάνταστες λύσεις.

Ιδεολογικά οι ταινίες είναι συντηρητικές. Δεν υπάρχουν νέες ιδέες, υπερβατικές συμπεριφορές, πρωτοποριακά εκφραστικές προσεγγίσεις.

Πειραματική κινηματογραφική ταινία κινουμένων σχεδίων πλην μιας εξαιίρεσης και προπάντων το ντοκιμαντέρ απουσιάζουν από το πρόγραμμα. Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι αυτές οι 3 μορφές απαιτούν πολύχρονη προετοιμασία και απασχόληση.

Η αφήγηση πλησιάζει συνεχώς την τηλεοπτική αισθητική.

Συμπερασματικά θα έλεγα πως η ελληνική ταινία μικρού μήκους διέρχεται μία κρίση. Ελπίζω κι εύχομαι να είναι δημιουργική. Κατασκευαστικά οι ταινίες βελτιώνονται και τα επαγγελματικά στάνταρ κάποιων ταινιών είναι υψηλού επιπέδου. Υπάρχει ωστόσο αρκετός δρόμος μπροστά μας. Η εργατικότητα πιστεύω πως είναι η Λυδία των εξελίξεων. Χρειάζεται περισσότερη σκέψη και βάσανα στην προσέγγιση και το σχεδιασμό των ταινιών. Πιο σοβαρή ενασχόληση, περισσότερες εργατοώρες πνευματικής εργασίας. Δεν θα ήθελα εντούτοις να ολοκληρώσω την παρουσίαση με δυσοίωνα, αλλά με ελπιδοφόρα λόγια. Θα καταφύγω λοιπόν και θα αποχαιρετήσω με τα λόγια του Κοντσαλόφσκι στον «Ψεύτη Ήλιο»: «Ο καθένας μας έχει ένα δρόμο να διανύσει. Ας το κάνουμε με επιμονή κι αξιοπρέπεια χωρίς να ζηλεύουμε όσους προηγούνται. Βοηθώντας όσους καθυστερούν». Όπως αναφέρει κι ο Κοντσαλόφσκι στον «Ψεύτη Ήλιο» έχουμε πολύ δρόμο να διανύσουμε. Ας το κάνουμε με αξιοπρέπεια, χωρίς να ζηλεύουμε αυτούς που προηγούνται. Βοηθώντας όσους καθυστερούν».